Η επέλαση των βαρβάρων στα ελληνικά βουνά!
Διαβάστε: Αφιέρωμα τον περιοδικού Όριον στο τσάι του βουνού
Θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί ως "η επέλαση των βαρβάρων" στα ελληνικά βουνά. Και αποδεικνύει ότι σε έναν ακόμη σοβαρό τομέα ευθύνης του το ελληνικό κράτος αποδεικνύεται άτολμο, αδύναμο, στρουθοκαμηλικό. Παράλληλα επιτρέπει την ανάπτυξη συμφερόντων με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους μηχανισμούς του με τη λογική "είναι πολλά τα λεφτά Αλέκο...".
Πρόκειται για το εμπόριο άγριων βοτάνων με κυριότερο το τσάι που φύεται στα ελληνικά βουνά, αυτό το ιδιαίτερα ευεργετικό αφέψημα που θα μπορούσε -με την κατάλληλη υποδομή- να αποτελέσει σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή για την χώρα. Αντ' αυτού επικρατεί η γνωστή ελληνική προχειρότητα που, σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά την βαρβαρότητα εις βάρος της ελληνικής χλωρίδας.
Το παράνομο εμπόριο του τσαγιού ανθεί ιδιαίτερα αυτούς τους μήνες στα ορεινά των νομών της Ελλάδας. Υποτίθεται, κατά τις υπηρεσίες, πως δεν μπορεί να εντοπιστεί εύκολα και γι' αυτό αναπτύσσεται διαρκώς χωρίς η Πολιτεία να έχει τη δυνατότητα να κάνει πολλά. Αυτή η δικαιολογία όμως είναι μεγάλο ψέμα. Αρκεί να εντοπιστούν τα σημεία πώλησης στις πόλεις για να βρεθούν οι "εργολάβοι" (ναι, εργολάβοι!) που καταστρέφουν ασύστολα τα ελληνικά βουνά.
Εδώ και πάρα πολλά χρόνια στο παιχνίδι έχουν μπει και πολλοί αλλοδαποί -κυρίως Αλβανοί -που γνωρίζουν τα βουνά που είτε δρουν μόνοι τους, είτε μισθώνονται από Έλληνες "εργολάβους" και συλλέγουν τεράστιες ποσότητες τσαγιού, ιδιαίτερα τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο που είναι η ανθοφορία του. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν το έκαναν με σεβασμό, δηλαδή αν δεν έκοβαν όλους τους ανθούς του φυτού. Όμως αυτοί στη βιασύνη τους να συλλέξουν μεγάλες ποσότητες ξεριζώνουν ολόκληρο το φυτό με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι πληθυσμοί τους!
Τα Δασαρχεία έχουν αποδειχθεί ανίκανα να προστατέψουν την σπάνια χλωρίδα των βουνών αφού, τα περισσότερα γνωρίζουν "γενικώς" που βρίσκονται οι πληθυσμοί σπάνιων φυτών αλλά δεν έχουν στα χέρια τους κάποια επιστηυμονική μελέτη ώστε να γνωρίζουν με ακρίβεια τα στοιχεία που συνθέτου την σπάνια χλωρίδα που συγκροτούν τη φύση των ελληνικών βουνών!
Συνήθως, οι βάρβαροι γνωρίζουν με ακρίβεια όχι μόνο τους τόπους αλλά και τις κινήσεις των δασικών. Έτσι αποφεύγουν τη σύλληψη αλλά "το εμπόρευμα" πωλείται κανονικά στα καταστήματα ξηρών καρπών, βιολογικών προϊόντων κ.λπ. χωρίς κανείς να νοιάζεται πώς βρέθηκαν στις προθήκες τους!
Βέβαια η συλλογή τσαγιού και άλλων αρωματικών φυτών απαγορεύεται "προς εμπορία", επιτρέπεται μόνο για προσωπική χρήση σε ορισμένες ποσότητες (περίπου δύο με τρία ματσάκια ανά άτομο), αλλά...
Το «Τσάι του βουνού» είναι αφέψημα και βότανο
Το δώρο των ελληνικών βουνών
Του Πάρη Πέτρα
Το τσάι είναι το ρόφημα που γνωρίζουμε όλοι σχεδόν οι άνθρωποι. Ίσως είναι το δημοφιλέστερο ποτό του κόσμου μετά το νερό. Μάλιστα, υπάρχουν λαοί, όπως για παράδειγμα οι Άγγλοι, που το έχουν εντάξει στην καθημερινότητά τους τόσο πολύ, ώστε να μην διανοούνται το πέρασμα μιας ημέρας χωρίς “tea time”. Βεβαίως, θα πρέπει να ξεχωρίζουμε το τσάι που καταναλώνεται συνήθως από το «τσάι του βουνού», αυτό το υπέροχο αρωματικό αφέψημα που πίνουμε εμείς οι Έλληνες, κυρίως το χειμώνα. Το πρώτο είναι ένα βιομηχανοποιημένο προϊόν, με διάφορες παραλλαγές αρώματος που προστίθενται κατά την επεξεργασία. Αυτό προέρχεται από τα φύλλα του δένδρου «τσάι», το οποίο επιστημονικά ονομάζεται Camellia sinensis ή Camellia thea. Η ονομασία και η προέλευση του τσαγιού είναι κινέζικη. Η ανακάλυψή του θρυλείται ότι έγινε από τον Κινέζο αυτοκράτορα Σεν Νουγκ το 2737 π.Χ., όταν κατά τη διάρκεια ταξιδιού του, τη στιγμή που έβραζε νερό, ρεύμα ανέμου παρέσυρε φύλλα θάμνου και αυτά κατέληξαν στο ξεσκέπαστο σκεύος όπου άρχισαν να βράζουν και να χρωματίζουν το νερό. Το γλυκό άρωμα των βρασμένων φύλλων έφθασε μέχρι τη μύτη του αυτοκράτορα και έτσι δοκίμασε το πρώτο τσάι… Στην Ευρώπη το έφεραν πρώτοι οι Πορτογάλοι, το 1610, για λογαριασμό των Ολλανδών, οι οποίοι λίγο αργότερα ξεκίνησαν τη μαζική εισαγωγή τσαγιού. Τα πρώτα χρόνια το τσάι ήταν πανάκριβο, γεγονός όμως που δεν το εμπόδισε να γίνει μόδα στην Ολλανδία και μάλιστα να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς. Μετά το 1675 η τιμή του έπεσε σε λογικά πλαίσια και έτσι πιο φθηνό πέρασε στη Γαλλία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, πριν το ανακαλύψουν οι Ευρωπαίοι, τσάι έπιναν και οι αρχαίοι Έλληνες, από ένα διαφορετικό φυτό που φύεται στα βουνά της Ελλάδας. Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι τσαγιού: το πράσινο τσάι, που είναι και το πιο διαδεδομένο στην ανατολική Ασία. Το μαύρο τσάι, που καταναλώνεται στις δυτικές χώρες, αλλά δεν έχει την ίδια λειτουργία με το πράσινο, καθώς η τεχνική επεξεργασία καταστρέφει όλα τα ευεργετικά στοιχεία του. Τέλος, το γνωστό στην Ελλάδα ενδημικό τσάι του βουνού (Sideritis L.), με το οποίο θα ασχοληθούμε στο παρόν αφιέρωμα. Σημειώνουμε ότι στην Κρήτη φύεται το Δίκταμο (Origanum dictamnus), που χρησιμοποιείται ως αφέψημα («τσάι»), αλλά ανήκει σε άλλη οικογένεια φυτών από το τσάι του βουνού.
Το γένος Sideritis L. περιλαμβάνει μια πληθώρα ειδών από ποώδη ετήσια και πολυετή φυτά, καθώς και μικρούς θάμνους. Είναι αρωματικά – φαρμακευτικά και ανήκουν στην οικογένεια των Χειλανθών (Lamiaceae). Τα περισσότερα είδη του γένους Sideritis (Σιδερίτης) αποτελούνται από πολυετή ποώδη και αυτοφυή φυτά, που απαντώνται σε αρκετές χώρες της Μεσογείου, ενώ πολλά είδη του γένους αυτού υπάρχουν και στην Ασία. Στη Μεσόγειο, απ’ όπου φαίνεται να κατάγεται το φυτό, έχουν καταγραφεί πάνω από 100 διαφορετικά είδη του γένους Sideritis. Η μεγαλύτερη ποικιλία ειδών συναντάται στην Ιβηρική Χερσόνησο, με τουλάχιστον 45 είδη, τα περισσότερα των οποίων είναι ενδημικά, ενώ 14 από αυτά απειλούνται σήμερα με εξαφάνιση. Πλούσιες χώρες σε πληθυσμούς και ποικιλία ειδών είναι επίσης η Ελλάδα (17 είδη), η Ιταλία και χώρες των ακτών της βόρειας Αφρικής. Σε όλη τη Μεσόγειο οι κάτοικοι χρησιμοποιούν είδη του τσαγιού αυτού ως φαρμακευτικό βότανο. Η χρήση του φυτού για την παρασκευή τσαγιού γίνεται μόνο στην Ισπανία και κυρίως στην Ελλάδα, όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη κατανάλωση. Το αφέψημα είναι ευρύτατα διαδεδομένο με την ονομασία «Τσάι του Βουνού» και παρουσιάζει πολλές ευεργετικές ιδιότητες που οφείλονται στα συστατικά του αιθέριου ελαίου του, όπως για παράδειγμα στα φλαβονοειδή. Το αφέψημα –«τσάι» λαϊκά- από το φυτό προτιμάται πολύ από τους Έλληνες, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, λόγω της ευεργετικής επίδρασής του σε κρυολογήματα και φλεγμονές του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. Οι ευεργετικές αυτές ιδιότητες, που ενισχύονται και από την προσθήκη μελιού, οφείλονται στην αντιφλεγμονώδη, βακτηριοστατική και αντιοξειδωτική δράση του. Επίσης, το «τσάι του βουνού» θεωρείται ευεργετικό για το στομάχι, εφιδρωτικό, τονωτικό, αντιερεθιστικό και αντιαναιμικό, διότι περιέχει Fe (Floca et al 1981). Είναι πολύ εύγευστο και αρωματικό, μπορεί να καταναλωθεί ζεστό ή κρύο, με ζάχαρη, μέλι ή και σκέτο. Μέχρι τώρα καλλιέργεια ειδών του φυτού γίνεται μόνο στην Ελλάδα. Το μέρος του φυτού που συλλέγεται και χρησιμοποιείται για παρασκευή αφεψήματος είναι η ταξιανθία σε πλήρη άνθηση μαζί με 5-6 εκατοστά βλαστού. Οι ανθοφόροι βλαστοί ξηραίνονται και διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από τα 17 είδη και υποείδη του φυτού που αυτοφύονται στα βουνά της Ελλάδας και σε υψόμετρο άνω των 1000 μ., τα πιο γνωστά είναι τα εξής:
Διαβάστε: Αφιέρωμα τον περιοδικού Όριον στο τσάι του βουνού
Θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί ως "η επέλαση των βαρβάρων" στα ελληνικά βουνά. Και αποδεικνύει ότι σε έναν ακόμη σοβαρό τομέα ευθύνης του το ελληνικό κράτος αποδεικνύεται άτολμο, αδύναμο, στρουθοκαμηλικό. Παράλληλα επιτρέπει την ανάπτυξη συμφερόντων με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους μηχανισμούς του με τη λογική "είναι πολλά τα λεφτά Αλέκο...".
Πρόκειται για το εμπόριο άγριων βοτάνων με κυριότερο το τσάι που φύεται στα ελληνικά βουνά, αυτό το ιδιαίτερα ευεργετικό αφέψημα που θα μπορούσε -με την κατάλληλη υποδομή- να αποτελέσει σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή για την χώρα. Αντ' αυτού επικρατεί η γνωστή ελληνική προχειρότητα που, σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά την βαρβαρότητα εις βάρος της ελληνικής χλωρίδας.
Το παράνομο εμπόριο του τσαγιού ανθεί ιδιαίτερα αυτούς τους μήνες στα ορεινά των νομών της Ελλάδας. Υποτίθεται, κατά τις υπηρεσίες, πως δεν μπορεί να εντοπιστεί εύκολα και γι' αυτό αναπτύσσεται διαρκώς χωρίς η Πολιτεία να έχει τη δυνατότητα να κάνει πολλά. Αυτή η δικαιολογία όμως είναι μεγάλο ψέμα. Αρκεί να εντοπιστούν τα σημεία πώλησης στις πόλεις για να βρεθούν οι "εργολάβοι" (ναι, εργολάβοι!) που καταστρέφουν ασύστολα τα ελληνικά βουνά.
Το σήμα κινδύνου έρχεται κάθε καλοκαίρι (τον χειμώνα είναι άλλα είδη) από πολλές περιοχές της Ελλάδος, αλλά και από την ορεινή Ελασσόνα και συγκεκριμένα τον Όλυμπο, τον Ταΰγετο (Ξεροβούνα, Νεαραϊδοβούνα κ.λπ.), τον Πάρνωνα και άλλα βουνά, όπου σημειώνονται καταστροφές στη σπάνια αυτή χλωρίδα.
Εδώ και πάρα πολλά χρόνια στο παιχνίδι έχουν μπει και πολλοί αλλοδαποί -κυρίως Αλβανοί -που γνωρίζουν τα βουνά που είτε δρουν μόνοι τους, είτε μισθώνονται από Έλληνες "εργολάβους" και συλλέγουν τεράστιες ποσότητες τσαγιού, ιδιαίτερα τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο που είναι η ανθοφορία του. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν το έκαναν με σεβασμό, δηλαδή αν δεν έκοβαν όλους τους ανθούς του φυτού. Όμως αυτοί στη βιασύνη τους να συλλέξουν μεγάλες ποσότητες ξεριζώνουν ολόκληρο το φυτό με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι πληθυσμοί τους!
Τα Δασαρχεία έχουν αποδειχθεί ανίκανα να προστατέψουν την σπάνια χλωρίδα των βουνών αφού, τα περισσότερα γνωρίζουν "γενικώς" που βρίσκονται οι πληθυσμοί σπάνιων φυτών αλλά δεν έχουν στα χέρια τους κάποια επιστηυμονική μελέτη ώστε να γνωρίζουν με ακρίβεια τα στοιχεία που συνθέτου την σπάνια χλωρίδα που συγκροτούν τη φύση των ελληνικών βουνών!
Συνήθως, οι βάρβαροι γνωρίζουν με ακρίβεια όχι μόνο τους τόπους αλλά και τις κινήσεις των δασικών. Έτσι αποφεύγουν τη σύλληψη αλλά "το εμπόρευμα" πωλείται κανονικά στα καταστήματα ξηρών καρπών, βιολογικών προϊόντων κ.λπ. χωρίς κανείς να νοιάζεται πώς βρέθηκαν στις προθήκες τους!
Βέβαια η συλλογή τσαγιού και άλλων αρωματικών φυτών απαγορεύεται "προς εμπορία", επιτρέπεται μόνο για προσωπική χρήση σε ορισμένες ποσότητες (περίπου δύο με τρία ματσάκια ανά άτομο), αλλά...
Ακολουθεί αφιέρωμα στο τσάι που δημοσιεύθηκε στο τ. 24 - Νοέμβριος 2010 του περιοδικού Όριον.
Το «Τσάι του βουνού» είναι αφέψημα και βότανο
Το δώρο των ελληνικών βουνών
Του Πάρη Πέτρα
Το τσάι είναι το ρόφημα που γνωρίζουμε όλοι σχεδόν οι άνθρωποι. Ίσως είναι το δημοφιλέστερο ποτό του κόσμου μετά το νερό. Μάλιστα, υπάρχουν λαοί, όπως για παράδειγμα οι Άγγλοι, που το έχουν εντάξει στην καθημερινότητά τους τόσο πολύ, ώστε να μην διανοούνται το πέρασμα μιας ημέρας χωρίς “tea time”. Βεβαίως, θα πρέπει να ξεχωρίζουμε το τσάι που καταναλώνεται συνήθως από το «τσάι του βουνού», αυτό το υπέροχο αρωματικό αφέψημα που πίνουμε εμείς οι Έλληνες, κυρίως το χειμώνα. Το πρώτο είναι ένα βιομηχανοποιημένο προϊόν, με διάφορες παραλλαγές αρώματος που προστίθενται κατά την επεξεργασία. Αυτό προέρχεται από τα φύλλα του δένδρου «τσάι», το οποίο επιστημονικά ονομάζεται Camellia sinensis ή Camellia thea. Η ονομασία και η προέλευση του τσαγιού είναι κινέζικη. Η ανακάλυψή του θρυλείται ότι έγινε από τον Κινέζο αυτοκράτορα Σεν Νουγκ το 2737 π.Χ., όταν κατά τη διάρκεια ταξιδιού του, τη στιγμή που έβραζε νερό, ρεύμα ανέμου παρέσυρε φύλλα θάμνου και αυτά κατέληξαν στο ξεσκέπαστο σκεύος όπου άρχισαν να βράζουν και να χρωματίζουν το νερό. Το γλυκό άρωμα των βρασμένων φύλλων έφθασε μέχρι τη μύτη του αυτοκράτορα και έτσι δοκίμασε το πρώτο τσάι… Στην Ευρώπη το έφεραν πρώτοι οι Πορτογάλοι, το 1610, για λογαριασμό των Ολλανδών, οι οποίοι λίγο αργότερα ξεκίνησαν τη μαζική εισαγωγή τσαγιού. Τα πρώτα χρόνια το τσάι ήταν πανάκριβο, γεγονός όμως που δεν το εμπόδισε να γίνει μόδα στην Ολλανδία και μάλιστα να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς. Μετά το 1675 η τιμή του έπεσε σε λογικά πλαίσια και έτσι πιο φθηνό πέρασε στη Γαλλία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, πριν το ανακαλύψουν οι Ευρωπαίοι, τσάι έπιναν και οι αρχαίοι Έλληνες, από ένα διαφορετικό φυτό που φύεται στα βουνά της Ελλάδας. Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι τσαγιού: το πράσινο τσάι, που είναι και το πιο διαδεδομένο στην ανατολική Ασία. Το μαύρο τσάι, που καταναλώνεται στις δυτικές χώρες, αλλά δεν έχει την ίδια λειτουργία με το πράσινο, καθώς η τεχνική επεξεργασία καταστρέφει όλα τα ευεργετικά στοιχεία του. Τέλος, το γνωστό στην Ελλάδα ενδημικό τσάι του βουνού (Sideritis L.), με το οποίο θα ασχοληθούμε στο παρόν αφιέρωμα. Σημειώνουμε ότι στην Κρήτη φύεται το Δίκταμο (Origanum dictamnus), που χρησιμοποιείται ως αφέψημα («τσάι»), αλλά ανήκει σε άλλη οικογένεια φυτών από το τσάι του βουνού.
Το τσάι του βουνού
Το γένος Sideritis L. περιλαμβάνει μια πληθώρα ειδών από ποώδη ετήσια και πολυετή φυτά, καθώς και μικρούς θάμνους. Είναι αρωματικά – φαρμακευτικά και ανήκουν στην οικογένεια των Χειλανθών (Lamiaceae). Τα περισσότερα είδη του γένους Sideritis (Σιδερίτης) αποτελούνται από πολυετή ποώδη και αυτοφυή φυτά, που απαντώνται σε αρκετές χώρες της Μεσογείου, ενώ πολλά είδη του γένους αυτού υπάρχουν και στην Ασία. Στη Μεσόγειο, απ’ όπου φαίνεται να κατάγεται το φυτό, έχουν καταγραφεί πάνω από 100 διαφορετικά είδη του γένους Sideritis. Η μεγαλύτερη ποικιλία ειδών συναντάται στην Ιβηρική Χερσόνησο, με τουλάχιστον 45 είδη, τα περισσότερα των οποίων είναι ενδημικά, ενώ 14 από αυτά απειλούνται σήμερα με εξαφάνιση. Πλούσιες χώρες σε πληθυσμούς και ποικιλία ειδών είναι επίσης η Ελλάδα (17 είδη), η Ιταλία και χώρες των ακτών της βόρειας Αφρικής. Σε όλη τη Μεσόγειο οι κάτοικοι χρησιμοποιούν είδη του τσαγιού αυτού ως φαρμακευτικό βότανο. Η χρήση του φυτού για την παρασκευή τσαγιού γίνεται μόνο στην Ισπανία και κυρίως στην Ελλάδα, όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη κατανάλωση. Το αφέψημα είναι ευρύτατα διαδεδομένο με την ονομασία «Τσάι του Βουνού» και παρουσιάζει πολλές ευεργετικές ιδιότητες που οφείλονται στα συστατικά του αιθέριου ελαίου του, όπως για παράδειγμα στα φλαβονοειδή. Το αφέψημα –«τσάι» λαϊκά- από το φυτό προτιμάται πολύ από τους Έλληνες, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, λόγω της ευεργετικής επίδρασής του σε κρυολογήματα και φλεγμονές του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. Οι ευεργετικές αυτές ιδιότητες, που ενισχύονται και από την προσθήκη μελιού, οφείλονται στην αντιφλεγμονώδη, βακτηριοστατική και αντιοξειδωτική δράση του. Επίσης, το «τσάι του βουνού» θεωρείται ευεργετικό για το στομάχι, εφιδρωτικό, τονωτικό, αντιερεθιστικό και αντιαναιμικό, διότι περιέχει Fe (Floca et al 1981). Είναι πολύ εύγευστο και αρωματικό, μπορεί να καταναλωθεί ζεστό ή κρύο, με ζάχαρη, μέλι ή και σκέτο. Μέχρι τώρα καλλιέργεια ειδών του φυτού γίνεται μόνο στην Ελλάδα. Το μέρος του φυτού που συλλέγεται και χρησιμοποιείται για παρασκευή αφεψήματος είναι η ταξιανθία σε πλήρη άνθηση μαζί με 5-6 εκατοστά βλαστού. Οι ανθοφόροι βλαστοί ξηραίνονται και διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από τα 17 είδη και υποείδη του φυτού που αυτοφύονται στα βουνά της Ελλάδας και σε υψόμετρο άνω των 1000 μ., τα πιο γνωστά είναι τα εξής:
1. Sideritis clandestina subsp. clandestina: Είναι
το κοινώς λεγόμενο «τσάι του Μαλεβού» ή «τσάι του Ταϋγέτου». Είναι πολυετής πόα
ύψους μέχρι 40 εκ. Ο βλαστός του είναι όρθιος απλός ή διακλαδισμένος και η βάση
του ξυλώδης. Μοιάζει αρκετά με τη φασκομηλιά. Αυτοφύεται σε βράχους στις υποαλπικές
και αλπικές περιοχές του Μαλεβού, του Ταϋγέτου και της Κυλλήνης.
2. Sideritis perfoliata subsp. athoa: Κοινώς λέγεται «βλάχικο τσάι» και
στο Άγιον Όρος «μπεττόνικα». Είναι πολυετής πόα, φθάνει μέχρι 40 εκ. ύψος και
καλύπτεται ολόκληρο με μικρές αδενώδεις τρίχες. Ο βλαστός του είναι όρθιος
απλός ή διακλαδισμένος και στη βάση του ξυλώδης. Είναι αυτοφυές και απαντάται
στη χερσόνησο του Άθω, στην Πίνδο και στη Σαμοθράκη, στο όρος Σάος.
3.
Sideritis syriaca: Ονομάζεται κοινώς «τσάι της
Κρήτης» και είναι γνωστό στους κατοίκους ως «μαλοτήρας» ή «καλοκοιμηθιά». Είναι
πολυετής πόα και φθάνει σε ύψος μέχρι 50 εκ. Διαθέτει απλό βλαστό, όρθιο, ισχυρό,
που καλύπτεται με πυκνό άσπρο χνούδι. Είναι αυτοφυές των βουνών της Κρήτης -κυρίως
των Λευκών Ορέων και του Ψηλορείτη- σε υψόμετρο 1.300 – 2.000 μέτρα.
4.
Sideritis euboea: Είναι το κοινώς λεγόμενο «τσάι
της Εύβοιας» ή «τσάι του Δέλφι». Πολυετής πόα ύψους 30-50 εκ., με πυκνό - λευκό
χνούδι σε όλα τα μέρη του. Διαθέτει ξυλώδη βλαστό στη βάση, ισχυρό, απλό,
ενίοτε διακλαδισμένο. Είναι αυτοφυές
φυτό της Εύβοιας, κυρίως στα βουνά Δίρφυ σε υψόμετρο 1.000 – 1.540μ.
5.
Sideritis scardica: Είναι το κοινώς ονομαζόμενο «τσάι
του Ολύμπου». Πρόκειται για πολυετή πόα, με απλό βλαστό ή διακλαδισμένο, που
έχει τετραγωνισμένο σχήμα και είναι λίγο ξυλώδης στη βάση του. Είναι αυτοφυές
και απαντάται σε βραχώδη μέρη και σε υψόμετρο άνω των 1.000 μ., στον Όλυμπο, στην
Όσσα (Κίσσαβο) και στο Πήλιο.
6.
Sideritis raeseri: Κοινώς ονομάζεται « τσάι του
Παρνασσού» ή «τσάι του Βελουχιού» από το ομώνυμο χωριό. Είναι πολυετής πόα,
ύψους έως 40 εκ. Διαθέτει λεπτό βλαστό, χνουδωτό, απλό και σπάνια
διακλαδισμένο, λίγο ξυλώδη στη βάση του. Τα κατώτερα φύλλα είναι έμμισχα και τα
ανώτερα άμισχα λογχοειδή, λίγο πριονωτά επικαλυμμένα με άσπρο χνούδι. Οι ανθοί
του είναι έντονα κίτρινοι στις ακραίες ταξιανθίες. Είναι αυτοφυές αλλά και καλλιεργήσιμο στο νομό Μαγνησίας.
Ευδοκιμεί σε ορεινές περιοχές (και στον Όλυμπο) και σε χωράφια ασβεστούχα,
πετρώδη, μέτριας γονιμότητας, ξερικά.
Κοινό χαρακτηριστικό των ειδών
αυτών αλλά και γενικά του γένους Sideritis L.
είναι ότι πρόκειται για φυτά ιδιαίτερα προσαρμοσμένα για να επιβιώνουν σε
απόκρημνες βραχώδεις περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.000 μέτρων και κάτω από
δύσκολες καιρικές συνθήκες. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στην ξηρασία και στις
χαμηλές θερμοκρασίες, δεν απαιτούν πλούσια εδάφη και προτιμούν θέσεις με ελαφρό
έδαφος , μικρό βάθος και άφθονο ήλιο. Απαντώνται και σε σχισμές βράχων ή
ανάμεσα σε πέτρες, όπου λίγα φυτά μπορούν να επιβιώσουν.
Και καλλιεργήσιμο
Στη χώρα μας, απ’ όλα τα «τσάγια του βουνού» καλλιεργείται
μόνο το Sideritis raeseri Boiss & Heldz, το οποίο αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για
τους κατοίκους κυρίως των χωριών Βρύναινα και Κοκκωτοί, που βρίσκονται σε
ορεινές περιοχές του όρους Όθρυς στην πλευρά της Μαγνησίας. Τα χωριά αυτά
βρίσκονται στις ανατολικές πλαγιές σε υψόμετρο περίπου 700m και ανήκουν στο
δήμο Αλμυρού. Η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα δύο χωριά είναι εξαιρετικά
πλούσια σε μεσογειακή χλωρίδα, η οποία διαφοροποιείται αρκετά (και κλιματικά) από
αυτή γειτονικών βουνών, όπως αυτό του Πηλίου. Στην καθαρά ορεινή
ζώνη αυτοφύεται σε μεγάλη έκταση το είδος S. Raeseri, που αποτελεί και βασικό συστατικό της διατροφικής παράδοσης των
κατοίκων της περιοχής και μάλιστα σε σημείο που η συλλογή του να αποτελεί μια
ολόκληρη τελετουργία και μέρος της τοπικής ιστορίας. Χάρη στην
οξυδέρκεια και τον επαγγελματικό ζήλο κατοίκων και γεωπόνων μετετράπη, μαζί με
την κτηνοτροφία, σε βασική πηγή εσόδων για την οικονομία των δύο χωριών και
μείωσε σημαντικά την έντονη τάση αστυφιλίας. Αξίζει να παραθέσουμε μερικά στοιχεία
από την ιστορία του φυτού και της καλλιέργειάς του στα μέρη αυτά, που
αποτελούν και οδηγό για άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες στην ελληνική ύπαιθρο.
Παλαιότερα, το φυτό ήταν γνωστό για τη
χρήση του στην παρασκευή αφεψήματος, στα ορεινά χωριά του όρους Όθρυς, και η
κατανάλωσή του ήταν κυρίως τοπική. Είχε επικρατήσει στο χωριό Βρύναινα, την
περίοδο της πλήρους άνθησης των φυτών, να καθορίζεται μια μέρα κατά την οποία, με
πανηγυρικό τρόπο, όλο το χωριό ξεκινούσε για τη συγκομιδή. Νωρίς το πρωί
χτυπούσε η καμπάνα του χωριού, κάθε ικανό άτομο πήγαινε στην πλατεία και όλοι
μαζί ξεκινούσαν για τις κορυφές του βουνού και τη συλλογή των ανθοφόρων
βλαστών. Μετά τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, οι μέτοικοι από τα
ορεινά χωριά κάτοικοι των πόλεων διέδωσαν τη χρήση του τσαγιού κι έτσι η
κατανάλωση άρχισε να αυξάνεται. Τότε άρχισαν και οι πρώτες σκέψεις για την καλλιέργεια
του φυτού, προσπάθεια που ξεκίνησε από
το Γραφείο Αγροτικής Ανάπτυξης του
Αλμυρού. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το 1967 η επίσκεψη στην περιοχή του δρ. Β. Σκρουμπή, υφηγητή
του Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, ειδικού στα αρωματικά φυτά. Στα επόμενα χρόνια και
με την πολύτιμη καθοδήγηση του γεωπόνου
Δ. Μητσογιάννη η καλλιέργεια επεκτάθηκε
γρήγορα.
Κινδυνεύει!
Τα φυτά τσαγιού κινδυνεύουν με δραματική μείωση του
πληθυσμού τους και σε μερικές περιοχές με ολοκληρωτική εξαφάνιση. Αιτία, όπως
πάντα, ο άνθρωπος. Εδώ και μερικά χρόνια, έμποροι μισθώνουν
εργάτες -κυρίως μετανάστες που ΔΕΝ έχουν την παιδεία φύσης των ντόπιων- εισβάλλουν
στα βουνά μας και μαζεύουν το τσάι με βιομηχανικούς ρυθμούς. Και επειδή τις
περισσότερες φορές πληρώνονται με την ποσότητα που μαζεύουν, στην προσπάθειά
τους αυτή και προσπαθώντας να μειώσουν το χρόνο συγκομιδής ξεριζώνουν τα φυτά ή
τα κόβουν πολύ χαμηλά τραβώντας τα ή με ειδικά ψαλίδια, ενώ ακόμα δεν έχουν ωριμάσει
και σχεδόν δεν έχουν ανθοφορήσει. Έτσι, το φυτό έχει πολλές πιθανότητες να μην
ξαναφυτρώσει, ενώ, επειδή δεν του αφήνουν ούτε ένα μπουμπούκι για να πετάξει
σπόρους, δεν πολλαπλασιάζεται, οπότε κινδυνεύει με εξαφάνιση. Όταν οι ορδές
βγαίνουν στα βουνά και μαζεύουν τσάι χωρίς το στοιχειώδη σεβασμό, τα
αποτελέσματα της επιδρομής τους είναι κάτι παραπάνω από ορατά: ξεριζωμένα φυτά,
σπασμένα κλωνάρια από τη ρίζα, τμήματα του φυτού που κόπηκαν αλλά δεν μπορούν
να πωληθούν… Το παράξενο είναι ότι τα κατά τόπους Δασαρχεία δεν μπορούν να
ισχυριστούν ότι προστατεύουν με κάποιον τρόπο τα πολύτιμα φυτά των ελληνικών
βουνών. Κυριολεκτικά η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη. Για το λόγο αυτό μάλλον
πρέπει να προστρέξουμε στους διάφορους συλλόγους (φυσιολατρικούς, ορειβατικούς
κ.λπ.), που έτσι κι αλλιώς ανεβαίνουν στα βουνά. Ίσως, αν προγραμμάτιζαν τις
εξορμήσεις τους στα μέρη όπου υπάρχουν φυτά τσαγιού, να προσέφεραν σημαντικές
υπηρεσίες στη διάσωση του μοναδικού αυτού δώρου των βουνών μας.
Τσάι και ήλιος κατά της οστεοπόρωσης
Ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα για τσάι του
βουνού σε μια ηλιόλουστη βεράντα σε καθημερινή βάση προστατεύει από την
εμφάνιση οστεοπόρωσης! Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Καθημερινής» (6.4.2006), που
επικαλείται ειδικούς γιατρούς, η ημερήσια έκθεση στον ήλιο επί 15 λεπτά της
ώρας βοηθάει τον οργανισμό στην παραγωγή της απαραίτητης ποσότητας βιταμίνης D,
που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας κατά της οστεοπόρωσης, ενώ το τσάι του
βουνού φαίνεται ότι περιέχει ουσίες που προλαμβάνουν την εμφάνιση της πάθησης. Όπως,
μάλιστα, είχε τονίσει τότε ο αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Μεταβολισμού των Οστών, ενδοκρινολόγος Γεώργιος
Tροβάς, με αφορμή το 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Εταιρείας
που είχε γίνει τον Απρίλιο του 2006 στη Θεσσαλονίκη, η οστεοπόρωση προσβάλλει
ένα μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων κυρίως ατόμων και εκτιμάται ότι περίπου 500.000
Έλληνες υποφέρουν από τη συγκεκριμένη πάθηση. Το ενδιαφέρον των ερευνητών έχει
προκαλέσει και το τσάι του βουνού, καθώς αποδείχθηκε ότι περιέχει πολυφαινόλες που
παρέχουν προστασία από την οστεοπόρωση. Σημειώνεται ότι πολυφαινόλες περιέχει
και η σόγια, η προστατευτική δράση της οποίας έχει καταδειχθεί στο παρελθόν από
σχετικές μελέτες σε πληθυσμούς που την έχουν εντάξει στο διαιτολόγιό τους.
Μάλιστα, με σκοπό να διερευνηθεί ο μηχανισμός δράσης του τσαγιού, ελληνική
ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών προχωρεί σε πειράματα και
εργαστηριακές μελέτες με στόχο να διερευνηθεί αφενός το πώς επιδρά το εκχύλισμα
τσαγιού του βουνού στην οστεοπόρωση, αφετέρου η δοσολογία του τσαγιού που μπορεί
να προσφέρει επαρκή προστασία από την πάθηση.




I'm not sure why but this site is loading extremely slow for me. Is anyone else having this issue or is it a problem on my end? I'll check back later and see if the problem still exists.
ΑπάντησηΔιαγραφήFeel free to surf my web blog rent apartments in santa monica