Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

"Καλήτερα, καλήτερα, διασκορπισμένοι οι Έλληνες (...) παρά προστάτας να 'χωμεν"!


Όταν ακούς "τάξη", ανθρωπινό κρέας μυρίζει
Οδυσσέας Ελύτης
Του Πάρη Πέτρα
Όταν η απόγνωση ενός λαού φθάνει στο απροχώρητο, όταν τα ορατά και αόρατα δεσμά δουλείας τους του στραγγαλίζουν το παρόν και δολοφονούν το μέλλον, όταν οι περισπούδαστοι "πάντες" καλοταϊσμένοι από κρατικά και δόλια ταμεία, χορτασμένοι από ματαιόδοξες απονομές τίτλων, αξιωμάτων και επαίνων έχουν αποτύχει να δώσουν λύσεις και ελπίδα, τότε μόνο μια πνευματική διέξοδος απομένει: η καταφυγή στους ποιητές. Διότι, χωρίς πνευματική βάση ό,τι παραχθεί με την αναπόφευκτη χρήση βίας θα είναι βαρβαρικό οπότε, μοιραία, θα αναπαραχθεί το φαύλο σχήμα που οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο. Σε τούτη την δύσκολη περίοδο που περνά η Ελλάδα και οι Έλληνες, έρχεται στον νου ο Ανδρέας Κάλβος με την ωδή
"Αι Ευχαί" που ανήκει στην συλλογή του  "Λυρικά", την οποία έγραψε το 1825 και τύπωσε στο Παρίσι το 1826 με ταυτόχρονη γαλλική μετάφραση. 
Αλήθεια, πόσο μοιάζουν οι καιροί! Μόνο τα πρόσωπα και τα μέσα αλλάζουν. Πάντα οι σκοποί είναι ίδιοι και ο στόχος ένας: η καθυπόταξη του λαού! Ο Κάλβος είχε εμπνευστεί την ωδή από τα γεγονότα του 1826. Ο Ιμπραήμ έχει αποβιβαστεί και κατέστρεφε την Πελοπόννησο με στόχο να εξανδραποδίσει τον πληθυσμό της και να φέρει ως κατοίκους αραπάδες (Αιγύπτιους). Ταυτόχρονα, στο διπλωματικό πεδίο, κορυφωνόταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Γαλλίας και  Αγγλίας για την πολιτική επιρροή στην Ελλάδα. Τελικά, το δόλωμα του δανείου του 1824 (που έφερε και τον πρώτο Εμφύλιο πόλεμο!) έστρεψε την μερίδα των  πολιτικών και στρατιωτικών εκείνων που το καρπώθηκαν, στην Αγγλία. Έτσι, στις 24 Ιουλίου 1825 υπέγραψαν έγγραφο δια του οποίου ζητούσαν επισήμως την αγγλική προστασία (το έγγραφο αυτό έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως "Πράξη Υποτέλειας"). 

Εναντίον αυτής και κάθε άλλης «προστασίας» εκδηλώνεται με πάθος σ’ αυτή την ωδή του ο Ανδρέας Κάλβος:  
«Της θαλάσσης καλήτερα / φουσκωμένα τα κύματα / να πνίξουν την πατρίδα μου / ωσάν απελπισμένην, έρημον βάρκαν. 
Σ' την στεριάν, σ' τα νησία / καλήτερα μίαν φλόγα / να ιδώ χυμένην, / τρώγουσαν πόλεις, δάση, / λαούς και ελπίδας. 
Καλήτερα, καλήτερα / διασκορπισμένοι οι Ελληνες / να τρέχωσι τον κόσμον, / με εξαπλωμένην χείρα / ψωμοζητούντες· // παρά προστάτας να 'χωμεν» .


Ελάχιστοι Ευρωπαίοι μπορούν να κατανοήσουν την μοναδικότητα τούτης της τρελής χώρας του ήλιου και της πέτρας, που έχει το χαρακτηριστικό από καταβολής της να γεννά την ίδια στιγμή  Ήρωες μα και Εφιάλτες. Δεν συνειδητοποιούν πως ό,τι αυτοί χαρακτηρίζουν ως "πολιτισμό" και κατάκτηση είναι δανεικό από αυτήν εδώ της γωνιά της Μεσογείου που μπορεί να βλέπει ταυτόχρονα τρεις ηπείρους και να μην θεωρεί καμιά δική της διότι πιστεύει πως ανήκει παντού. 
Απορεί η Μέρκελ, ο Σόιμπλε και όποιοι άλλοι γιατί ενώ βοηθούν οικονομικώς την Ελλάδα υπάρχει δυσπιστία (το λιγότερο) στους Έλληνες. Και δεν αναδιφούν στην ιστορία για να δουν τα αίτια της δυσπιστίας μας. Διότι, από την εποχή των Ρωμαίων, γνωρίζουμε καλά πως, όποιος δίνει ένα ζητά δέκα στοχεύοντας να τα πάρει όλα. Στην νεώτερη ιστορία της Ελλάδας τα παραδείγματα είναι πολλά, νωπά και διδάσκουν ακόμη και όσους δεν γνωρίζουν ακριβώς τα ιστορικά γεγονότα. Ο λαός στην καθημερινότητά του αναφέρεται στα "δάνεια της Αγγλίας" γνωρίζοντας πως είναι επώδυνα και αφαιμακτικά! 

Μόνο οι σοβαροί ευρωπαίοι μπορούν να κατανοήσουν πως πάντα θα υπάρχει η δυσπιστία των Ελλήνων διότι αυτό επιτάσσουν οι ιστορικές αλήθειες που έχουν βιώσει οι κάτοικοι αυτού τρελού καραβιού του Ελύτη που περιγράφει με ακρίβεια την Ελλάδα. Αυτή την Ελλάδα που δεν θα κατανοήσει ποτέ κανένας ευρωπαίος, κανένας ευρωσπουδαγμένος κλώνος των διεθνών τραπεζιτών, των τοκογλύφων, των στρατοκρατών, των διπλωματών της ανωμαλίας και της κολασμένης ζωής: 
  
Το Τρελοβάπορο
Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
Οδυσσέας Ελύτης.

Δεν θα κατανοήσουν ποτέ οι νέοι δυνάστες Ελλάδας και Κύπρου πως υπάρχουν οι ποιητικές παρακαταθήκες. Και πως δεν χρειάζεται οι Έλληνες να τις μάθουν απέξω για να τις έχουν στην ψυχή τους διότι είναι γονιδιακές. Και όλες κατατείνουν δε έναν και μόνο δρόμο: αυτόν την Ελευθερίας! Η οποίας για τους Έλληνες δεν είναι κανόνες αποφασισμένοι και σύμφωνοι με τις τάδε επισημάνσεις, διαπιστώσεις, αποφθέγματα κάποιων ακαδημαϊκών "σοφών" που σιτίζονται από την εκάστοτε εξουσία. Είναι μια τρέλα που δεν ζυγίζει τον θάνατο μπροστά στην ωραία κόρη, που δεν έχει όραμα συνταξιοδότησης, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει κινητήριος δύναμη για να κάψουμε την καλύβα μας! 
Αλοίμονο όταν θα συνειδητοποιήσουμε οι Έλληνες αυτό που είναι γράψει ο Κωστής Παλαμάς στον "Μολώχ": 

Τῶν Ἑλλήνων τὴν πατρίδα
βάρβαροι τὴν ἀτιμάζουν!
Ὅπου ἀνθοπετοῦσαν οἱ Ἔρωτες
παραδέρνει ἡ νυχτερίδα.
Στὴ νυχτιά μας μιὰ πυγολαμπίδα,
τῶν ἀρχαίων ἡ μνήμη, ψευτοφέγγει
κ᾿ εἶναι μιὰ νυχτιὰ ποὺ δὲν τὴ διώχνεις,
τοῦ παντοτινοῦ μας ἥλιου ἀχτίδα!
Καὶ πατρίδα καὶ ψυχὴ ρουφᾶν
βάρβαροι ἀπὸ βάθη καὶ ἀπὸ ὕψη.
Κι ὅταν, μ᾿ ἕνα τρίσβαθο ὤχ!
τῶν Ἑλλήνων θεέ, ρωτοῦμε σέ:
«Εἶσ᾿ ἐσὺ ὁ ξανθὸς Ἀπόλλωνας;»
Ἀποκρίνεσαι:-«Εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ Μολώχ!»

Ο Μολώχ λοιπόν είναι εδώ και τον έφερε η περιλάλητος Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Δούρειο Ίππο των επιδοτήσεων, των ενισχύσεων, της καταναλωτικής ζωής...  Αρχίζουμε και αντιλαμβανόμαστε οι Έλληνες πως ο ζυγός δουλείας που μας επέβαλαν είναι ανυπόφορος. Και ετοιμαζόμαστε. Αυτοί δεν το έχουν αντιληφθεί (και ούτε πρόκειται).   Αργά αλλά σταθερά θα σηκωθούμε από τον καναπέ και τότε, είμαστε αποφασισμένοι να βάλουμε φωτιά στην καλύβα τους που ήταν προηγουμένως δική μας και μας την πήραν.
Στο κάτω κάτω 
"Καλήτερα, καλήτερα / διασκορπισμένοι οι Ελληνες / να τρέχωσι τον κόσμον, / με εξαπλωμένην χείρα / ψωμοζητούντες· // παρά προστάτας να 'χωμεν" .



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου